Τρίτη, 13 Οκτωβρίου 2015

                       Η ΠΑΝΑΓΙΑ ΣΩΖΕΙ ΠΑΙΔΙ ΑΠΟ ΠΕΣΙΜΟ ΣΤΗΝ ΡΕΜΑΤΙΑ                                 Αγαπητοί αναγνώστες, αγαπητοί χριστιανοί, έχω ξαναγράψει πως δεν είμαι χριστιανός επειδή γεννήθηκα σε χριστιανικό κράτος αλλά επειδή έχω διαπιστώσει πως ο θεός που εμείς πιστεύουμε είναι ο αληθινός. Η αιτία αυτής της διαπίστωσης είναι ο ίδιος ο θεός, που είναι ανεξάντλητη πηγή ελέους και αγάπης προς τους ανθρώπους. Βέβαια αυτό το έλεος πολλές φορές το μεταφέρουν οι άγιοι Του και προπαντός η Υπερευλογημένη μητέρα Του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού. Για την Σκέπη λοιπόν Της Παναγίας προς το Χριστιανικό γένος θα σας γράψω σήμερα, παρουσιάζοντας σας ένα αληθινό θαύμα Της Θεοτόκου προς ένα νέο παιδί, τα χρόνια της Γερμανικής Κατοχής.                                                                                                   Πρόσφατα είχα πάει στην Παναγία την Αργοκοιλιώτισσα στην Νάξο. Αφού τελείωσε η ακολουθία μπήκα στο αυτοκίνητο μου για να φύγω και ένας γνωστός μου ηλικιωμένος άνδρας, επί ονόματι Δημήτρης Χουζούρης ή Δημήτρης του Μαμιδογιάννη όπως είναι το παρατσούκλι του, μου έκανε νεύμα και τον πήρα στο αυτοκίνητο μου. Περίπου 200 μέτρα πιο κάτω από τον προαναφερόμενο ναό είδα ότι ενώ κοιτούσε από κάτω σε μια ρεματιά, τα μάτια του είχαν γεμίσει με δάκρυα και παρά την προσπάθεια του δεν μπορούσε να τα κρατήσει! Σταμάτησα για λίγο το αυτοκίνητο, και εκείνος μου έλεγε: << Γιάννη βλέπεις εδώ από κάτω του Μιαούλη την ριζογκρεμνιά; Εδώ θα είχα πέσει και δεν θα βρίσκανε ούτε τα κομματάκια μου κι η Παναγία με έσωσε! Γι’ αυτό το θυμήθηκα και έκλαψα από συγκίνηση…>>            Έτσι ξεκινάει την αφήγηση της θαυμαστής ιστορίας του, ενός παιδιού που τώρα είναι γέρος αλλά νηφάλιος και σοβαρός άνθρωπος:
<< Μια χειμωνιάτικη μέρα, την περίοδο της Κατοχής με είχε στείλει ο πατέρας μου στα κτήματά μας και εργαζόμουνα. Το μεσημέρι ξεκίνησε μεγάλη κακοκαιρία κι έβρεχε ασταμάτητα. Μπήκα κάτω από ένα μεγάλο βράχο και περίμενα να καλοσυνέψει, όμως η βροχή δεν σταμάταγε. Έτσι όταν είδα πως νυχτώνει αποφάσισα να φύγω, για να μην χολοσκούνε  οι συχωρεμένοι οι γονείς μου!                                                                       Περνώντας κάτω από την Παναγία την Αργοκοιλιώτισσα  είχε νυχτώσει, η βροχή ήτανε πιο δυνατή κι η ομίχλη τόση που δεν έβλεπα την μύτη μου. Σταμάτησα για λίγο, έκανα τον σταυρό μου και παρακάλαγα Την Παναγία:  Παναγία μου, βοήθησέ με να πάω στο χωριό θα τρελαθούνε οι γονείς μου!  Βάδιζα και νόμιζα πως πήαινα  προς την Σαραντάρα και ξαφνικά νιώθω ένα ΧΕΡΙ ΝΑ ΜΕ ΠΙΑΝΕΙ ΜΕ ΤΟΣΗ ΔΥΝΑΜΗ κι έμεινα ακίνητος! Δεν μπορούσα να το καταλάβω αυτό το πράγμα: ΕΝΑ ΧΕΡΙ δίχως σώμα! Και τόσο δυνατό! Ένα ρίγος διαπέρασε το κορμί μου. Κάθισα κάτω ανίκανος να εξηγήσω το γεγονός. Ανεπαίσθητα πέταξα ένα χαλικάκι μπροστά μου και βέβαια νομίζοντας πως βρίσκομαι στο μονοπάτι προς Σαραντάρα, αλλά εκείνο το χαλικάκι έπεσε μετά από ώρα στην ρίζα τση  ριζογκρεμνιάς! Αν έκανα λοιπόν Γιάννη το επόμενο βήμα θα πήγαινα κάτω στην Αγκάλη (350 μέτρα βάθος) και δεν θα βρίσκανε ούτε τα κομματάκια μου!..>>                                                                                 Κι ανέβηκαν πάλι δάκρυα στα μάτια του μπάρμπα- Δημήτρη, δάκρυα συγκίνησης αλλά και ευγνωμοσύνης  προς  Την Παναγία μας…                                                                                       Είχα την πρόθεση να γράψω μία παράγραφο, στο τέλος της αφήγησης αυτής της θαυμαστής ιστορίας, μα πως μπορώ να σχολιάσω και να βρω λέξης ευχαριστίας  για την σωτήρια παρέμβασης Της Παναγίας; Το μόνο που έχω να κάνω να επαναλάβω το: Υπεραγία Θεοτόκε σώσον ημας…

                                       Γιάννης Τζουάνου

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου